Αἰτωλικά

Αἰτωλικός
neut nom/voc/acc pl
Αἰτωλικά̱ , Αἰτωλικός
fem nom/voc/acc dual
Αἰτωλικά̱ , Αἰτωλικός
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αιτωλικά Γράμματα — Διμηνιαίο περιοδικό λόγου και τέχνης με έδρα το Αγρίνιο, που το διηύθυνε συντακτική επιτροπή με εκδότη τον Μάρκο Γκιόλια. Κυκλοφόρησε από τον Ιούλιο του 1960 έως τον Οκτώβριο του 1962 …   Dictionary of Greek

  • Αἰτωλικάς — Αἰτωλικά̱ς , Αἰτωλικός fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.